
Σήμερα η καρδιά του Ελληνισμού πάλλεται στον ρυθμό της μεγαλύτερης θεομητορικής εορτής. Από τα ιερά προσκυνήματα και τα μοναστήρια μέχρι τις πιο μικρές ενορίες, από τα ορεινά ξωκλήσια ως τα νησιώτικα ακρογιάλια, η Παναγία μας σκεπάζει με τη χάρη και την αγάπη της κάθε γωνιά του τόπου μας.
Ο Δεκαπενταύγουστος δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο· είναι το «Πάσχα του καλοκαιριού», ημέρα που γη και ουρανός ενώνονται στον ύμνο της Κοίμησης και της Ύψωσης της Μητέρας του Θεού.
Με λόγο εμπνευσμένο και θεολογικά βαθύ, ο Δρ. Χαραλάμπης Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, μας ανοίγει τον δρόμο προς τη δόξα της Θεοτόκου, προσκαλώντας μας να αφήσουμε την καρδιά μας να γεμίσει από το φως και την ελπίδα Της.
Ἡ Κοίμηση καὶ ἡ Ὕψωση τῆς Παναγίας μας
Τὸν Δεκαπενταύγουστο γιορτάζουμε πανηγυρικὰ τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας μας. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη γιορτή της. Εἶναι τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἀπ’ ἄκρη σὲ ἄκρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ Παναγία μας μοσχοβολᾶ ἀπὸ τὶς θαυματουργές της εἰκόνες ποὺ βρίσκονται κατεσπαρμένες σὲ κάθε χωριό, νησί, βουνὸ καὶ πόλη. Στὰ Μοναστήρια καὶ στὶς Σκῆτες μας, στὰ δασωμένα κορφοβούνια, στὶς σπηλιὲς καὶ τὶς ὀπὲς τῆς γῆς, στὰ καταγάλανα ἀκρογιάλια, στὶς χερσονήσους καὶ στοὺς κάβους μὲ τὴν πελαγίσια αὔρα. Μοσχοβολᾶ ἡ Παναγία μας δείχνοντάς μας τὴν παρουσία της καὶ βεβαιώνοντάς μας ὅτι εἶναι ἡ μητέρα ὅλων μας, ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν θλιβομένων, ἡ βακτηρία τῶν τυφλῶν καὶ τῶν κλονουμένων, τὸ λιμάνι τῶν ναυτιλομένων. Εἶναι ἡ μητέρα μας, ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς ποὺ “μετέστη πρὸς οὐρανούς”, γιὰ νὰ πρεσβεύει στὸν Υἱό της, νὰ λυτρώσει “ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν”.
Ἡ Κοίμηση της Θεοτόκου δὲν εἶναι γιορτὴ θανάτου, εἶναι γιορτὴ χαρᾶς καὶ θριάμβου, γιατὶ αὐτὴ ποὺ κοιμήθηκε εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Ζωδότη μας Ἰησοῦ καὶ ὅπως λέγει τὸ θεσπέσιο δοξαστικὸ τῆς ἑορτῆς γιὰ τὴν κηδεία της Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἅρπαξαν τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἱεράρχες και μέσα ἀπὸ νεφέλες τοὺς ἔφεραν στὸν ἱερὸ χῶρο τῆς Γεθσημανῆ: “Τῇ ἀθανάτω σου κοιμήσει, Θεοτόκε, Μήτηρ τῆς ζωῆς, νεφέλαι τοὺς Ἀποστόλους αἰθέριους διήρπαζον καὶ κοσμικῶς διεσπαρμένους, ὁμοχώρους παρέστησαν τῷ ἀχράντω σου σώματι, ὃ καὶ κηδεύσαντες σεπτῶς, τὴν φωνὴν τοῦ Γαβριὴλ μελῳδοῦντες ἀνεβόων…”
Στὴ γιορτὴ τῆς Παναγίας μας καὶ ἐμεῖς τρέχουμε ὡς ἄλλοι Ἀπόστολοι νὰ παρευρεθοῦμε στὴ χάρη της. Χαρά, γιορτή, πανηγύρι! Γιατί, ὅμως; Γιατί ὅλη αὐτὴ ἡ λαμπρότητα; Ἔχουμε θάνατο καὶ ὁ θάνατος ἦταν καὶ εἶναι πάντοτε θλιβερὸ γεγονός. Ἀπὸ τότε, ὅμως, ποὺ γεύθηκε τὸ θάνατο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τῆς Παρθένου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, κατήργησε τὸ θάνατο γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅσοι πιστεύουμε στὸ σταυρωθέντα καὶ ἀναστάντα Κύριο δὲν φοβούμαστε τὸ θάνατο, γιατὶ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὰ ἐπίγεια στὰ οὐράνια, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ αἰώνια, ἀπὸ τὰ λυπηρὰ στὰ εὐχάριστα. Ὁ ἀναστημένος, λοιπόν, Ἰησοῦς ἦταν φυσικὸ νὰ ἀνεβάσει στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὴ Μητέρα Του καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴν τιμὴ καὶ τὴ δόξα τῆς αἰωνιότητας. Στὰ τροπάρια τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας ἀκοῦμε ὅτι, ὁ θάνατός της προμνηστεύεται τὴ ζωή. Αὐτὴ ποὺ γέννησε τὴ ζωὴ μετέβη στὴν ὄντως ζωή, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θάνατός της ὀνομάζεται “ἀθάνατος Κοίμησις”, ἀφοῦ συνοδεύετει ἀπὸ τὴν ὕψωσή της, τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή της στοὺς οὐρανοὺς ποὺ συνέβη τὴν τρίτη ἡμέρα. Ἂν τὸν Δεκαπενταύγουστο γιορτάζουμε τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας μας πανηγυρικὰ πολὺ πιὸ πανηγυρικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ γιορτάζουμε τὴν ὕψωσή της στοὺς οὐρανούς.
Ὅταν ἔφθασαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στὴ Γεσθημανή, ἐνεταφίασαν τὸ πάναγνο σῶμα τῆς Θεοτόκου καὶ περίμεναν ἐκεῖ τρεῖς ἡμέρες ἀκούγοντας ἀκατάπαυσα τοὺς ὕμνους καὶ τὶς μελωδίες τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων. Τὴν τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ ἄριστο, δηλαδὴ τὸ ἐπίσημο γεῦμα, ὅταν ὕψωναν ἀρτομερίδιο καὶ ἔψαλλαν “Μέγα τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος” ἐπεφάνη ἐμπρὸς στὰ ἔκπληκτα μάτια τους ἡ νεκρὴ Παναγία μας ὡς ζῶσα στὸν ἀέρα κυκλωμένη ἀπὸ νεφέλες καὶ δορυφορουμένη ἀπὸ Ἀγγέλους καὶ τοὺς εἶπε: “Χαίρετε, ὅτι μεθ’ ἡμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας”. Τότε αὐτοὶ μέσα σὲ βαθιὰ κατάνυξη ἀνεκραύγασαν: “Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν” καὶ ἦσαν σίγουροι ὅτι σύσσωμος ἡ Θεοτόκος ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς. Ἔτσι, ὅταν ἄνοιξαν τὸν τάφο ἔκπληκτοι διαπίστωσαν ὅτι ἡ Παναγία εἶχε ὄντως ἀναστηθεῖ σωματικὰ καὶ ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς.
Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ὁ πραγματικὸς καὶ ἀλάνθαστος ὁδηγός, γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἀνυψώνονται πρὸς τὸ Θεό. Ἔργο της ἔχει νὰ πρεσβεύει στὸν Τριαδικὸ Θεό, γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ “ἀκαταίσχυντος προστασία καὶ ἡ ἀμετάθετος πρὸς τὸν Ποιητὴ μεσιτεία”. Ἂς ἀποθέσουμε, λοιπόν, τὶς ἐλπίδες μας πρὸς αὐτὴ καὶ γιορτάζοντες τὸ Πάσχα της, νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ ἐκείνη νὰ μᾶς καταισχύνει, νὰ μᾶς ντροπιάσει, γιὰ τὶς προσδοκίες καὶ τὶς ἐλπίδες μας.
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας







