
Στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της 25ης Δεκεμβρίου 1964, η εφημερίδα Μαχητής φιλοξενούσε ένα ευθυμογράφημα γραμμένο στη γλώσσα και το ύφος της εποχής, με έντονα στοιχεία λαϊκού χιούμορ και καθημερινής οικογενειακής ζωής.
“Του γουρνουπλάκ”” είναι ένα κείμενο που αποτυπώνει με σκωπτική διάθεση τις συνήθειες των ημερών, τις μικρές «μάχες» του σπιτιού και τη διαχρονική σχέση των Χριστουγέννων με το γιορτινό τραπέζι.
Ακολουθεί αυτούσιο το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε τότε.
Η ΕΥΘΥΜΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ
«Του γουρνουπλάκ»!…
«Άλλος λίγο, άλλος πολύ, τό ’χει το στομαχάκι του. Εγώ επειδή είχα μερικές ενοχλήσεις, τελευταία, πήρα τη συμβουλή του γιατρού, ο οποίος μού είπε:
“Όχι σάλτσες, όχι αλάτια, πιπέρια, μακριά από χοιρινά κ.τ.λ…..”
Πήρα, λοιπόν, χθες χαρτί —όπως όλοι οι οικογενειάρχες— και έγραψα τα Χριστουγεννιάτικα ψώνια, αφού κάλεσα… οικογενειακό συμβούλιο, πρώτα. Ένθεν και ένθεν μου, «πεθερίον» και συμβία.
Καλά τα πηγαίναμε μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Ως το σημείο, δηλαδή, του χοιρινού.
— Στοπ, λέω. Χοιρινό δεν έχει φέτος. Μού το απαγόρευσε ο γιατρός. Παρακάτω.
— Δε μπορούμε ντιπ παρακάτω αν δε κανονιστεί τού… γρουν’, λέει αναψοκοκκινισμένη η κυρά—Γληγόραινα.
— Είπα και ελάλησα, λέω ζοχαδιασμένος. Χοιρινό δεν βάνω στο σπίτι. Έχω σκοπό να ζήσω.
— Μωρέ λάλα κι… κουτσαπήδα, σα κόκκουτος. Ιγώ θέλω γρούν’ να του ψήσω στ’ θράκα κι συ φάη… σκουλήμπρια!!!
Σκουλήμπρια να φας εσύ και να τα βάλεις… κατάπλασμα, είπα κι’ έφυγα χτυπώντας την πόρτα πίσω μου.
Στο δρόμο που κατέβαινα για την αγορά, σκεπτόμουνα τι να κάνω.
Στο περίπτερο που πήγα να πάρω τσιγάρα, αντάμωσα με το φίλο μου το Γιάννη, το χασάπη.
Καλημεριστήκαμε και προχωρήσαμε.
— Πάμε, μού λέει, να σου δώσω χοιρινό γάλακτος.
— Μωρ’ άει κατά διάολου, πρωί—πρωί. Τώρα είχα… μάχη στο σπίτι για το χοιρινό.
Κατάλαβε, και γέλασε, γιατί έχει γνώση της κυρά—Γληγόραινας…
Όμως τον είδα που γέλαγε… πονηρά.
Στο σπίτι, όταν πήγα το βράδυ, κατάκοπος, είδα να κρέμεται, επιδεικτικότατα, ένα γουρουνόπουλο!
— Ποιος τον έφερε αυτόν το σατανά εδώ μέσα, μουγκρίζω.
— Σατανάς είσαι συ κι’ όχι τού γουρνοπλάκι μ’. Συνέχισε το… χαβά της η κυρά—Γληγόραινα…
Δε βάσταξα άλλο. Μαύρισα το μάτι μου, και, πρασινίζοντας με τρεμάμενα χέρια άρπαξα το γουρουνόπουλο και τρέχοντας, προτού προλάβουν να μού το πάρουν απ’ τα χέρια, πήγα και το πέταξα μέσα στο πηγάδι του κήπου…
Τώρα, βέβαια, όπως αντιλαμβάνεσθε, είναι αδύνατη η επιστροφή στο σπίτι μου. Σκέπτομαι όμως να πάω να κάνω Χριστούγεννα στο… Μπίτσοβο. Ίσως εκεί βρω την ησυχία μου.
Όσον αφορά το Γιάννη το χασάπη, που όπως έμαθα αυτός έστειλε το γουρουνόπουλο στο σπίτι, σκέπτομαι να τον συγυρίσω όπως του χρειάζεται.
Θα του φάω το… λαρύγγι!!!
Ανδρέας Κανής







