Υπάρχουν βιβλία που δεν διαβάζονται απλώςꞏ ζωντανεύουν μέσα μας. Η «Δέμφις» του Κωνσταντίνου Παπαθανασίου είναι μια τέτοια περίπτωση. Μια πόλη-φάντασμα, χαμένη στους αιώνες, αναδύεται από τα θραύσματα της ιστορίας για να γίνει σκηνή όπου συγκρούονται εποχές, ιδέες, ταυτότητες. Ο Κωνσταντίνος Παπαθανασίου, με ρίζες από τον Ορεινό Βάλτο, χαρτογραφεί αυτόν τον αθέατο κόσμο με την ακρίβεια του μηχανικού και την τόλμη του ποιητή.
Η πρώτη παρουσίαση στο Αγρίνιο, στην κατάμεστη αίθουσα του ΤΕΕ, αποκάλυψε από νωρίς πως το βιβλίο θα είχε μακρύ ταξίδι. Από τότε, η «Δέμφις» διατρέχει την Ελλάδα, συναντά κοινότητες αναγνωστών και κερδίζει θερμή αποδοχή. Μέχρι που έφτασε ήδη στη δεύτερη έκδοσή της.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η «Δέμφις» λειτουργεί σαν ένα αντίδωρο του συγγραφέα προς τον τόπο, την ιστορία και τη γλώσσα. Μια υπενθύμιση πως ό,τι θάβεται ζητά να επιστρέψει στο φως.
Με αφορμή το μυθιστόρημα που κέρδισε ήδη τη θέση του στις καρδιές των αναγνωστών, συνομιλήσαμε με τον Κωνσταντίνο Παπαθανασίου για τη Δέμφιδα, για την πατρογονική γη και για τη δύναμη της γλώσσας που δεν παύει να ανασταίνει μνήμες.
- Η Δέμφις δεν λειτουργεί ως απλό φόντο, είναι μια πόλη-χαρακτήρας. Ποια ανάγκη σε οδήγησε να αναστήσεις μια “χαμένη πόλη” και να τη μετατρέψεις σε σκηνή σύγκρουσης ιδεών, εποχών και ταυτοτήτων;
H Δέμφις έχει το προνόμιο να είναι ταυτόχρονα τόπος και ουτοπία, πραγματικότητα και όνειρο, υπό την έννοια ότι απαντάται σε ιστορικό κείμενο, αυτό της διακρατικής συμφωνίας μεταξύ Αιτωλών και Ακαρνάνων, στην πράξη όμως κανείς δε γνωρίζει στις μέρες μας πού ακριβώς βρίσκεται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ποιητικής ύπαρξης, η άνθιση ενός λογοτεχνικού κειμένου, μυθοπλασίας αλλά και ιστορικών γεγονότων, μπορεί να βρει το πλέον πρόσφορο έδαφος γέννησης κι ανάπτυξης. Συνιστά συνεπώς ιδανικό περιβάλλον συγγραφής αλλά και ιστορικής καταβύθισης.
- Η δομή του βιβλίου θυμίζει παρτιτούρα: δύο αφηγηματικές φωνές, σε διαφορετικές εποχές, που τελικά συντονίζονται σε μια αρμονία. Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στη σύνθεση αυτού του αφηγηματικού διπόλου και τι στόχευε να φωτίσει;
Η μεγαλύτερη, προφανής δυσκολία, έγκειται στη διατήρηση της αφηγηματικής συνοχής. Να μη χαθεί δηλαδή ο αναγνώστης σε ένα δαίδαλο προσώπων, καταστάσεων και χρονικών μεταβάσεων. Αν επιτευχθεί αυτή η λεπτή ισορροπία όμως, μπορεί να ευοδωθεί ο στόχος της υπόμνησης ότι ανάγκες, όνειρα, αλλά και δυσκολίες έχουν πάντοτε τις ίδιες εγγενείς αναλογίες για τους ανθρώπους όλων των ιστορικών περιόδων. Το στοίχημα είναι πώς θα μπορέσει κανείς να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να καταστεί κοινωνός της ομορφιάς, της κατάφασης και εν τέλει της προσωπικής του πλήρωσης
- Μπορούμε να διαβάσουμε τη “Δέμφιδα” ως αλληγορία για την Ελλάδα που χάνεται ή επιβιώνει μέσα από τις στάχτες της; Αν ναι, θα μπορούσες να μοιραστείς το κρυφό της μήνυμα, που ενδεχομένως υπάρχει;
Το διαχρονικό καράβι, μέσα από το οποίο διαπλέει τον ιστορικό χρόνο ο ελληνισμός είναι η γλώσσα και η διατήρηση των κοινοτικών εθίμων του, που διαλέγονται με την εξέλιξή τους σε ρυθμούς ανανέωσης, αλλά και προσήλωσης. Προφανώς είναι δυναμικά φαινόμενα μεν, ακέραια στον πυρήνα τους δε. Το έχει γράψει με παροιμιώδη ευστοχία ο Σολωμός: “Mήγαρις έχω άλλη έννοια, πάρεξ γλώσσα κι ελευθερία;”

- Η Μάχη του Μακρυνόρους, όπως τη φωτίζεις στο βιβλίο, μοιάζει με ιστορική αποκατάσταση. Ποια άλλα σημεία της Αιτωλοακαρνανίας και της ιστορίας της θεωρείς πως διψούν για λογοτεχνική ή ερευνητική “δικαίωση”;
Η Μάχη του Μακρυνόρους αποτελεί ιστορικό θεμέλιο και φάρο για την περιοχή μας. Τηρουμένων των αναλογιών, πρόκειται για έναν σύγχρονο Μαραθώνα. Απορίας άξιο βέβαια το γεγονός ότι έχει θαφτεί -καταναγκαστικά σχεδόν- στη λήθη. Από την άλλη πλευρά είναι σαφές, ότι η Αιτωλοακαρνανία στο σύνολό της είναι ένα μοναδικό παλίμψηστο διαχρονικής ιστορίας, λαμπρού πολιτισμού και πνευματικής πρωτοπορίας. Πολλά πρέπει να γίνουν για να έρθει στο φως ο αμύθητος ιστορικός πλούτος της περιοχής, που υπήρξε κοιτίδα του αρχαίου πολιτισμού, αλλά και της σύγχρονης ιστορίας μας.
- Η σχέση σου με την “πατρογονική γη” φαίνεται σχεδόν μυστικιστική. Αν σου ζητούσαν να περιγράψεις την Αιτωλοακαρνανία όχι ως γεωγραφία, αλλά ως ψυχολογία ή συναίσθημα, τι θα έλεγες;
Η σχέση όλων ημών με την πατρογονική μας γη είναι απολύτως βιωματική. Η λέξη “ελιά” για παράδειγμα αρκεί από μόνη της να βουρκώσει πολλά μάτια, απλά και μόνο στο άκουσμά της. Αντίστοιχες λέξεις είναι ο καπνός, ο Αχελώος, ο Ίναχος, ο Παναιτωλικός κλπ. Θέλω να πω ότι κουβαλάμε μέσα μας μία ιστορία διαρκούς προσπάθειας για επιβίωση, υπερηφάνειας και τιμής.
- Η έρευνα του Αστυνόμου Άρη Κωστή και της συνεργάτιδάς του, Αντιγόνης, μοιάζει να είναι ταυτόχρονα εξωτερική και προσωπική. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η αναζήτηση της αλήθειας περνά πρώτα από την ανθρώπινη αυτογνωσία;
Θα συμφωνήσω πως ικανή και αναγκαία συνθήκη για την αναζήτηση της εξωτερικής αλήθειας είναι η εξεύρεση της εσωτερικής μας αλήθειας, που προϋποθέτει την αυτογνωσία. Η ελληνική γλώσσα άλλωστε, που εξυμνείται σε όλη την έκταση της «Δέμφιδας» μας υπενθυμίζει πως η λέξη «αλήθεια» προκύπτει από τη σύνθεση του στερητικού άλφα και της λέξης «λήθη». Συνεπώς αληθές είναι ό,τι δεν επιτρέπουμε να βυθιστεί στο πηγάδι της λησμονιάς και αυτή η προσπάθεια πρέπει να εκκινεί πρώτα από τον ίδιο τον εαυτό μας.
- Ο τόπος στη “Δέμφιδα” δεν είναι απλώς σκηνικό, αλλά μοιάζει να διαμορφώνει τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Πιστεύεις ότι οι χαρακτήρες σου “γίνονται” από τον τόπο τους, ή ότι προσπαθούν να τον υπερβούν; Και πώς βλέπεις εσύ τη σχέση μας με την ελληνική επαρχία: ως δέσμευση, ως ρίζωμα ή ως πρόκληση;
Ο ανυπέρβλητος Οδυσσέας Ελύτης έγραφε πως το τοπίο είναι «η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη». Από αυτόν τον αισθητικό και εν πολλοίς ηθικό κανόνα, δε θα μπορούσε να ξεφύγουν οι ήρωες της Δέμφιδας, οι οποίοι προφανώς ανυψώνονται σε μέτρα πάνω και έξω από τη γεωγραφική τους πατρίδα, καθώς αναμετρώνται με πανανθρώπινα διλήμματα και διαχρονικές αμφισβητήσεις. Η ελληνική επαρχία έχει να μας διδάξει – ακόμα ευτυχώς – την έννοια του μέτρου, της δωρικότητας απέναντι στο μεθύσι της ζωής, αλλά και της ψυχικής υπέρβασης απέναντι στο θάνατο. Επικαλούμαι ξανά τον νομπελίστα μας που έγραφε πως η «εσωτερική αυλή νησιώτικου σπιτιού ή ένας περίβολος μοναστηριού είναι, σαν αντίληψη εννοώ, πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που έκανε τους Παρθενώνες και τις Θεομήτρες παρά όλες οι κολώνες κι οι μετόπες των ευρωπαϊκών ανακτόρων». Η ελληνική επαρχία ήταν και παραμένει ακριβώς αυτό: η μήτρα κι η κιβωτός του πολιτισμού μας που ανήλθε σε δυσθεώρητες, πνευματικές κορυφές. Μόνο που μαράζωσε και χρειάζεται ξανά τη φροντίδα όλων μας.
- Ο τρόπος που χειρίζεσαι την ελληνική δηλώνει βαθιά σχέση με τη γλώσσα ως υλικό. Τι σημαίνει για σένα η «καλή γλώσσα» στη λογοτεχνία;
Λογοτεχνία δίχως γλώσσα δουλεμένη στο αμόνι του χρόνου και της πνευματικής αισθητικής δεν μπορεί να έχει καμία καλλιτεχνική επίδραση στον αναγνώστη και στην ίδια την τέχνη τελικά. Στην ουσία δεν πρόκειται για λογοτεχνία, αλλά για – φιλότιμη ενδεχομένως- προσπάθεια αφήγησης γεγονότων, πραγματικών ή μη.

- Οι διάλεκτοι και τα τοπικά ιδιώματα είναι συχνά στο περιθώριο της επίσημης γραφής. Εσύ όμως τα φέρνεις στο προσκήνιο, σχεδόν με στοργή. Πιστεύεις ότι διασώζεται μέσα από τη λογοτεχνία ένας κόσμος που αλλιώς θα χανόταν;
Θεωρώ χρέος ιερό την προσπάθεια διατήρησης της ντοπιολαλιάς, όποια και αν είναι αυτή. Η γλώσσα μας είναι φορέας ηθικής, πολιτισμού και τελικά βαθιάς φιλοσοφίας. Η γιαγιά στα ορεινά του Βάλτου, που χρησιμοποιεί τη λέξη «σαρώνω» αντί του σκουπίζω ή τα «σκουτιά» αντί για τα ρούχα, μπορεί να μη γνωρίζει ότι χρησιμοποιεί ακριβώς τις ίδιες λέξεις με τον Όμηρο. Όποιος όμως το γνωρίζει δεν πρέπει να σιωπά. Αντιθέτως οφείλει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια διαιώνισης αυτής της μοναδικής γλώσσας με την ευθεία σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου.
- Για να ζωντανέψει ένας αρχαιολογικός χώρος με τέτοια ακρίβεια, απαιτείται πάθος, μελέτη και έρευνα. Πόσο καιρό ασχολήθηκες με την ιστορική τεκμηρίωση και τι σε ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή τη διαδικασία;
Τέσσερα χρόνια περιδίνησης σε ιστορικά αρχεία, βιβλία και διαδίκτυο, που όμως στο πέρας όλης αυτής τη διαδικασίας μοιάζουν με ένα συναρπαστικό ταξίδι. Αυτό που με ενδιαφέρει στην ιστορία είναι η μαγεία της ανακάλυψής της, καθώς είναι δεδομένο πως το παρελθόν έχει ευθεία προβολή στο μέλλον. Διαβάζοντας κανείς για παράδειγμα Θουκυδίδη, μπορεί να ερμηνεύσει με μεγάλη ευκολία τα σύγχρονα πολεμικά γεγονότα. Παράλληλα, ένα ιστορικό γεγονός μπορεί από μόνο του να είναι ερέθισμα λογοτεχνικής έμπνευσης κι αυτό έχει μία αξεπέραστη εγγενή γοητεία.
- Γράφεις ως μηχανικός που “χαρτογραφεί” το άγνωστο ή ως συγγραφέας που αφήνεται στο άγνωστο; Τι ρόλο παίζει η τεχνική σου ιδιότητα στη λογοτεχνική σου διαδικασία;
Συνηθίζω να λέω πως βιοπορίζομαι από τους αριθμούς, αλλά ερωτεύομαι τις λέξεις, ενίοτε όμως συμβαίνει το αντίθετο. Στην πράξη οι δύο αυτές ιδιότητες, αντιφατικές εκ πρώτης όψης, απολύτως συγγενικές στην αισθητική προοπτική τους όμως, είναι απαραίτητα στοιχεία ισορροπίας και στον επαγγελματικό στίβο, αλλά και στην τέχνη.
- Είναι, τελικά, η “Δέμφις” ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη των θαμμένων πραγμάτων – είτε αυτά είναι μνημεία, είτε επιθυμίες, είτε αλήθειες που επιμένουν να επιστρέφουν;
Ό,τι θάβουμε μας εκδικείται στον κατάλληλο καιρό. Όλα τα πράγματα έχουν μία φυσική ροπή προς το φως, νικηφόρα και τροπαιούχα. Η εσωτερική αναζήτηση μπορεί να ξεθάψει θησαυρούς που αγνοεί κανείς παντελώς. Η «Δέμφις» έχει έντονο αυτό το στοιχείο της επαναφοράς στο φως. Προφανώς πρόκειται για μία διαδικασία επίπονη και επίμονη.
- Αν σου πρότειναν να μεταφερθεί η “Δέμφις” στον κινηματογράφο, τι θα σε φόβιζε περισσότερο και τι θα σε γοήτευε σε μια τέτοια απόδοση;
Η μεταφορά της Δέμφιδας στον κινηματογράφο αποτελεί επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των αναγνωστών της, αν κρίνω από τη μέχρι στιγμής ανάδραση που λαμβάνω. Συνεπώς, μάλλον ενυπάρχει το σχετικό υπόβαθρο στην αφήγηση του βιβλίου. Ομολογώ, πως θα είχε τρομερό ενδιαφέρον μία τέτοια προοπτική. Δε θα με φόβιζε κάτι, θα με ξένιζε ίσως η προσωποποίηση των ηρώων της, όμως αυτό δε θα αφαιρούσε τίποτα από τη μαγεία μιας τέτοιας μεταφοράς.
- Πριν από τη “Δέμφιδα”, κυκλοφόρησε και μια ποιητική συλλογή σου. Τι σου προσφέρει η ποίηση που δεν σου δίνει η πεζογραφία – και το αντίστροφο; Πώς προχώρησες από το ένα είδος στο άλλο;
Η ποίηση προσφέρει μία ασύγκριτη ελευθερία κινήσεων σε επίπεδο σύνθεσης νοημάτων, παντρέματος λέξεων και εικόνων φαινομενικά άκρως αντίθετων μεταξύ τους. Η πεζογραφία από την άλλη απαιτεί αυτοπειθαρχία, προσήλωση στο στόχο και διαρκή επικαιροποίηση του οδικού χάρτη που ο κάθε συγγραφέας επιλέγει εξ αρχής. Παρόλα αυτά, αμφότερες αποτελούν πνευματικές ασκήσεις υψηλού επιπέδου που εκλύουν μεγάλα φορτία συγκίνησης και απόλαυσης τόσο για το δημιουργό όσο και για τον αναγνώστη. Η προσχώρηση από το ένα είδος στο άλλο αποτελεί μάλλον κίνηση υψηλού ρίσκου, καθώς, κάθε άλλο παρά εύκολη είναι. Ελπίζω κι εύχομαι να έγινε επιτυχημένα, προς τέρψη των αναγνωστών της Δέμφιδας. Πάντως, όπως μπορεί κάποιος να διαπιστώσει διαβάζοντας το βιβλίο, ουδέποτε συνέβη ο προσωπικός οδυνηρός αποχωρισμός από την ποίηση, καθώς η Δέμφις εμπεριέχει αρκετά ποιήματα, που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης.
Ευχόμαστε στη «Δέμφιδα» να συνεχίσει το ταξίδι της και να συναντά όλο και περισσότερους αναγνώστες που θα βρουν σε αυτήν κομμάτια του εαυτού τους.
Μαριάννα Ζαμπάρα









