
«Την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη ουδείς»! Η λαϊκή αυτή ρήση έχει πολλές και γνωστές εφαρμογές. Από τον Βρούτο και τον Εφιάλτη μέχρι τον Ιούδα μέχρι και τον (απόλυτα παρεξηγημένο) Πήλιο Γούση, τα παραδείγματα προδοσίας είναι πολλά μέσα στο πέρασμα του χρόνου.
Η προδοσία έχει πάντα το ίδιο «άρωμα», βαρύ και δύσοσμο, σαν αίμα που δε στέγνωσε ποτέ. Το πρόσωπό της είναι συχνά, ήρεμο, χλωμό, ντυμένο με τη λεοντή του πατριώτη.
Και στο τέλος, στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Η ιστορία και οι Νορβηγοί δεν τον ξέχασαν. Τον θυμούνται με απέχθεια.
Ο Βίντκουν Άμπρααμ Λάουριτς Γιόνσεν Κουίσλινγκ γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1887 στο Φίρεσνταλ της Νορβηγίας, σε μια οικογένεια με βαθιές θρησκευτικές ρίζες. Ο πατέρας του, Γιον Λάουριτς, ήταν Λουθηρανός ιερέας και διανοούμενος, γεγονός που επηρέασε βαθιά την ανατροφή του.
Ο Κουίσλινγκ ήταν ντροπαλός, ήσυχος, πάντα φιλικός, μάλλον απόμακρος αλλά σίγουρα ευφυής, με ταλέντο στα μαθηματικά, την ιστορία, και τις γλώσσες, και φοίτησε στη Νορβηγική Στρατιωτική Ακαδημία, όπου διακρίθηκε. Η επιλογή δεν ήταν δική του. Ήταν των γονιών του όταν είδαν πως ο γιος τους αν και έξυπνος δεν είχε μία σαφή… κατεύθυνση στη ζωή του.
Το 1906 μετατάχθηκε στη Νορβηγική Ανώτερη Στρατιωτική Σχολή από την οποία αποφοίτησε, αποφοίτησε με την υψηλότερη βαθμολογία από την ίδρυση του κολεγίου το 1817! Για την επιτυχία του αυτή επιβραβεύτηκε με ακρόαση από τον τότε Βασιλιά της Νορβηγίας. Την 1η Νοεμβρίου 1911, εντάχθηκε στο Γενικό Επιτελείο του στρατού.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σοβιετική Ένωση μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ανέπτυξε έντονη απέχθεια για τον μπολσεβικισμό, που θα σηματοδοτούσε αργότερα την ιδεολογική του προσέγγιση στον φασισμό. Παρ’ όλα αυτά δε δίστασε να παραδεχθεί πως «οι Μπολσεβίκοι έχουν εξαιρετικά ισχυρό έρεισμα στη ρωσική κοινωνία».
Ενδεικτικό είναι το λεγόμενο «σκάνδαλο του ρουβλίου». Ο Κουίσλινγκ μαζί με τον στενό του συνεργάτη και φίλο Φρέντερικ Πρυτς κατηγορήθηκαν ότι χρησιμοποιούν διπλωματικά κανάλια για να διακινούν εκατομμύρια ρούβλια στη μαύρη αγορά.
Και μπορεί το συγκεκριμένο σκάνδαλο όπως και η φημολογούμενη στρατολόγηση του από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες να σήκωσαν μπόλικη σκόνη αλλά ουσιαστικά ουδέποτε τεκμηριώθηκαν.
Όταν ο Κουίσλινγκ επέστρεψε στη Νορβηγία (1929) έχοντας αποκτήσει πολιτική εμπειρία αλλά χωρίς να έχει συγκεκριμένο σχέδιο, δημιούργησε μία εθνικιστική οργάνωση που ονόμασε «Norsk Aktion, δηλαδή «Νορβηγική Δράση», στα πρότυπα του ΚΚΣΕ!
Αμετανόητος προδότης μέχρι το τέλος
Η νέα αυτή περιπέτεια χάρισε στον Κουίσλινγκ δικαίωμα στο όνειρο της πολιτικής καριέρας. Το 1933, αφού είχε διατελέσει ακόμα και υπουργός Άμυνας στην κυβέρνηση ενός πολιτικού του αντιπάλου, ίδρυσε το κόμμα «Nasjonal Samling» (Εθνική Ένωση), ένα νορβηγικό φασιστικό κίνημα που εμπνεόταν από το μοντέλο του Μουσολίνι και του Χίτλερ.
Παρά τις προσπάθειές του, το κόμμα απέτυχε να κερδίσει λαϊκή στήριξη και στις εκλογές του 1936 δεν κέρδισε ούτε μία έδρα στο κοινοβούλιο. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως τον καιρό της εισβολής των ναζί το κόμμα του είχε μόλις 2.000 μέλη, τα οποία αυξήθηκαν σε 45.000 στη διάρκεια της κατοχής!
Ο Κουίσλινγκ όμως δεν απογοητεύτηκε. Η πίστη του στην ιστορική του αποστολή τον τύφλωσε. Η κρίσιμη καμπή ήρθε λίγο καιρό μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Απρίλιο του 1940.
Καθώς τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλλαν στη Νορβηγία, ο Κουίσλινγκ έκανε το απονενοημένο: με πραξικοπηματική ραδιοφωνική ανακοίνωση στις 9 Απριλίου, αυτοανακηρύχθηκε πρωθυπουργός, χωρίς να έχει καμία συνταγματική νομιμοποίηση.
Ήταν η πρώτη φορά που ένα πραξικόπημα μεταδιδόταν σε ζωντανή σύνδεση με το ραδιόφωνο! Ήταν μια κίνηση απελπισίας και άκρατης φιλοδοξίας, που ελάχιστοι Νορβηγοί πήραν στα σοβαρά. Η γερμανική ηγεσία, αν και αρχικά αιφνιδιασμένη από την ενέργειά του, τον χρησιμοποίησε ως χρήσιμο εργαλείο. Μέχρι το 1942, ο Αδόλφος Χίτλερ τον τοποθέτησε επίσημα επικεφαλής της κυβέρνησης – μαριονέτας στη Νορβηγία.
Υπήρξε συνένοχος σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως προστάτη της νορβηγικής εθνικής ταυτότητας.
Οι Νορβηγοί δεν τον συγχώρησαν ποτέ. Η αντίσταση, παρότι μικρή σε μέγεθος, ήταν σφοδρή και συμβολική. Ο λαός βίωσε την κατοχή με σιωπηλό θυμό, και η λέξη «Κουίσλινγκ» έγινε ύβρις.

Μετά την απελευθέρωση της Νορβηγίας το 1945, ο Κουίσλινγκ συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δίκη για εσχάτη προδοσία, δοσιλογισμό και εγκλήματα πολέμου. Η δίκη του αποτέλεσε κεντρικό γεγονός στη μεταπολεμική κάθαρση της χώρας.
Ο ίδιος, αμετανόητος, συνέχισε να παρουσιάζεται ως σωτήρας, μιλώντας για «ιστορική δικαίωση». Δεν παραδέχτηκε ποτέ την ενοχή του. Δεν εξέφρασε μεταμέλεια. Προσπάθησε, ακόμη και στο τέλος, να ντύσει την προδοσία με ιδεολογικό μανδύα.
Στις 24 Οκτωβρίου 1945, στο φρούριο Άκερσους του Όσλο, ο Βίντκουν Κουίσλινγκ εκτελέστηκε από εκτελεστικό απόσπασμα 10 στρατιωτών, όπως όριζε το νορβηγικό στρατιωτικό δίκαιο. Σύμφωνα με τις πηγές, μεταφέρθηκε λίγο πριν τα μεσάνυχτα σε ένα απομονωμένο σημείο του φρουρίου. Ήταν 58 ετών.
Παρέμεινε ήρεμος και αμετανόητος μέχρι τέλους. Δε ζήτησε συγχώρεση. Δεν εξέφρασε τύψεις. Θεωρούσε ακόμη και τότε ότι η Ιστορία θα τον δικαιώσει. Παρότι δεν υπάρχει επίσημη καταγεγραμμένη φράση ως «τελευταία λόγια» στη στιγμή της εκτέλεσης, σύμφωνα με μεταπολεμικές μαρτυρίες, φέρεται να είπε: «Με κρίνουν μικροί άνθρωποι».
Σύμφωνα με το νορβηγικό αρχείο ποινικών εκτελέσεων, μετά την εκτέλεσή του η σορός του κάηκε και τα απομεινάρια θάφτηκαν σε άγνωστη τοποθεσία για να αποφευχθεί η δημιουργία τάφου – συμβόλου από ακραία εθνικιστικά και νεοφασιστικά στοιχεία.
www.reader.gr







