Ο Κωνσταντίνος Γεωργίου έχει διανύσει μια πορεία η οποία συναντά τη φιλολογία, την εκπαίδευση και την ποίηση, αλλά δεν περιορίζεται σε μία από τις τρεις.
Ποιητής και φιλόλογος, με καταγωγή από την ορεινή Αιτωλοακαρνανία και γεννημένος στο Αγρίνιο το 1976, έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη δημόσια εκπαίδευση. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, υπηρετεί εδώ και χρόνια στο Γενικό Λύκειο Γαβαλούς, όπου η σχέση του με τους μαθητές δεν περιορίζεται στη διδασκαλία.
Από τις απαντήσεις του γίνεται φανερό ότι βλέπει πίσω από τη σχολική επίδοση τον άνθρωπο, την οικογένεια, τις αγωνίες και τις ανάγκες κάθε παιδιού. Και ίσως αυτό να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί μιλά για την εκπαίδευση όχι ως έναν ακόμη επαγγελματικό χώρο, αλλά ως μια βαθιά ανθρώπινη ευθύνη.
Η ποίηση δεν έμεινε για εκείνον μια ιδιωτική υπόθεση. Το 2020 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Σε πρώτο πληθυντικό», η οποία επανεκδόθηκε το 2021. Ακολούθησε το 2023 η δεύτερη, «Σε πτώση δοτική», που επίσης γνώρισε δεύτερη έκδοση το 2024. Η παρουσία των δύο συλλογών του σε βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικές επιβεβαιώνει ότι η γραφή του έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού χώρου.
Αλλά ίσως τα βιβλία του να μην αρκούν για να εξηγήσουν τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Γεωργίου.
Γιατί στα ποιήματα, στα άρθρα και στη συνομιλία μας επανέρχεται διαρκώς ο άνθρωπος. Η αγάπη, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία, η αδικία, η παιδεία, η κοινωνική ευθύνη, η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία. Ο λόγος του είναι βαθιά καλλιεργημένος, χωρίς να είναι άδειος από συναίσθημα. Είναι κοινωνικά ευαισθητοποιημένος, συχνά αιχμηρός, και δεν αποφεύγει να πάρει θέση απέναντι σε όσα θεωρεί ότι πληγώνουν τον άνθρωπο και υπονομεύουν το μέλλον του.
Ο ίδιος, άλλωστε, δεν αντιμετωπίζει την ποίηση ως μια πολυτέλεια για τις ώρες που περισσεύουν. Τη βλέπει ως έναν τρόπο να επικοινωνήσει, να υπερβεί τη μοναξιά της σκέψης και να απευθυνθεί στον άλλον. Και αυτό ίσως είναι που κάνει τη συζήτηση μαζί του ενδιαφέρουσα ακόμη και για έναν αναγνώστη που δεν αισθάνεται ιδιαίτερα κοντά στην ποίηση.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Κωνσταντίνος Γεωργίου μιλά για όσα τον απασχολούν βαθιά: για την κοινωνία που αλλάζει, για την εκπαίδευση και τα παιδιά, για την τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογία, για την ποίηση, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία, αλλά και για την ελπίδα. Μια ελπίδα που, παρά τη σκοτεινή εικόνα που περιγράφει, δεν εγκαταλείπει. Γιατί, όπως λέει, «η ελπίδα συντηρείται μόνο όταν υπάρχει όραμα».
- Πότε καταλαβαίνετε ότι μια σκέψη πρέπει να γίνει ποίημα και πότε ότι πρέπει να γίνει άρθρο;
Οι σκέψεις είναι προορισμένες να επιλέγουν οι ίδιες τον δρόμο τους. Μονάχες τους. Δεν μας ρωτούν. Εγώ ως δημιουργός διαισθάνομαι μόνο την θερμοκρασία τους, αντιλαμβάνομαι μόνο την ανησυχία τους, την αγωνία τους, την αγωνία τους να λευτερωθούν και να εκφραστούν, να υπερβούν την αυτοαναφορικότητά τους, την μοναξιά τους και να απευθυνθούν σε ένα Εσύ. Και τότε, τότε η απεύθυνση τις καθιστά πραγματικά υπαρκτές, ζωντανές, στο χαρτί δε και αιώνιες, αποκτούν σάρκα και αίμα, ακολουθώντας άλλοτε τον πλατύ δρόμο της δηλωτικής νοηματοδότησης και άλλοτε τον στενό δρόμο της συνυποδηλωτικής τους σημασίας. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι δίκοπος σαν το μαχαίρι. Γι’ αυτό πρέπει κάθε φορά να προσέχεις από πού θα τον πιάσεις και πώς θα τον χρησιμοποιήσεις.
- Στα κείμενά σας ασκείτε έντονη κοινωνική κριτική. Σας θυμώνει περισσότερο η αδικία ή η αδιαφορία απέναντι στην αδικία;
Δυστυχώς, κυρία Ζαμπάρα, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί σε παγκόσμιο επίπεδο, σε συνάρτηση με τις επικυρίαρχες λογικές της βαρβαρότητας και της επιβολής της ισχύος, βιώνουμε —όσο κι αν ακούγεται απίστευτο εν έτει 2026— ένα ιστορικό πισωγύρισμα που παραπέμπει ευθέως στα σκοταδιστικά χρόνια του φεουδαλισμού του Μεσαίωνα. Απέναντι σ’ αυτήν την τάξη του τρόμου, που μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες επιπτώσεις για όλη την ανθρωπότητα, οφείλουν οι άνθρωποι του πνεύματος να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου, να ασκήσουν κριτική, να λάβουν συγκεκριμένη θέση, να σταθούν ορθοί και να υπερασπιστούν με σθένος τις αξίες του ανθρωπισμού και του πολιτισμού, ως κόρη οφθαλμού. Γιατί το σκοτάδι έρχεται γρήγορα, φεύγει όμως αργά. Και μέσα σ’ αυτό, ίδια τυφλοί, δύσκολα βρίσκει κανείς την πόρτα να ξεφύγει και να λευτερωθεί. Επομένως, είναι δικαιολογημένος ο θυμός, θέλω να πιστεύω, σε έναν άνθρωπο που βλέπει την καταιγίδα να έρχεται, που νιώθει ήδη την αδυσώπητη ορμή της λαίλαπας να ρημάζει τις ζωές των ανθρώπων. Η αδικία με πληγώνει, η αδιαφορία με σκοτώνει.
- Σήμερα ακούμε πολλές γνώμες. Πιστεύετε ότι ακούμε και αρκετές σκέψεις;
Θα έλεγα, αν μου επιτρέπετε, ότι σήμερα μάλλον ακούμε πολλές κραυγές —και μάλιστα άναρθρες. Κραυγάζουν, βοούν, φωνασκούν οι άνθρωποι, δεν συνομιλούν, μα ούτε και νοούν. Είναι φυσικό επακόλουθο. Και η κραυγή, ξέρετε, είναι ίδιον της άλογης φύσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κι όταν ακόμη εκφράζουν γνώμη για ένα θέμα, άλλοι εκφράζονται άκοπα και επιπόλαια με την άνεση της ελευθεριότητας, την οποία αναπαράγει η ελαφρότητα της συγκεχυμένης και αλλοπρόσαλλης εποχής μας, άλλοι εκφράζονται συνθηματικά με την βεβαιότητα της απόλυτης και υπέρτατης γνώσης για να καλύψουν την κενοδοξία τους και άλλοι εκφράζονται ανερμάτιστα αποδεικνύοντας τον ιδεολογικό τους αποπροσανατολισμό και μαρτυρώντας την κατάτμηση της ηθικής τους συνείδησης. Η σκέψη, η βαθιά, η ουσιαστική, η φιλοσοφημένη και παραγωγική σκέψη εκλείπει, όπως εκλείπουν και οι μεγάλες πνευματικές μορφές του παρελθόντος. Η νόηση απαιτεί συγκρότηση πνευματική, ηθικό ανάστημα και ευγένεια ψυχής που δυστυχώς σήμερα, στην εποχή του ανοήτως ζην, είναι των λίγων, των πολύ λίγων ο κλήρος.
- Ποιο είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που συμβαίνει σήμερα και περνά σχεδόν απαρατήρητο;
Έχω την πεποίθηση, κυρία Ζαμπάρα, ότι δεν έχουμε αντιληφθεί επαρκώς, ούτε ως άτομα ούτε ως κοινωνίες, την έκταση και την ένταση του κινδύνου της εξάρτησής μας από την προηγμένη τεχνολογία της πληροφορικής, τα ψηφιακά μέσα και την τεχνητή νοημοσύνη που οδηγεί ανεπαίσθητα στον ολοκληρωτικό εξανδραποδισμό μας και στην βαθμιαία μετάλλαξη της ανθρώπινης φύσης. Μιλάμε πλέον για πλήρη έλεγχο των συνειδήσεων και εκπόρνευση των ψυχών, κυρίως των ψυχών των νέων ανθρώπων, οι οποίοι δεν έχουν διαμορφώσει ακόμα τις ηθικές τους άμυνες. Κι αυτό συμβαίνει όχι με την ανοχή μας αλλά με την συναίνεσή μας, αφού το κατευθυνόμενο διεστραμμένο πολιτικο–οικονομικό σύστημα, έχοντας στα χέρια του τόσο ισχυρά όπλα και με το πρόσχημα της υποσχόμενης ευμάρειας, της διευκόλυνσης και της άνετης ζωής, της υποτιθέμενης προόδου και της ανάπτυξης, επιβάλλει τελικά ένα modus vivendi με όρους αγοράς ανατρέποντας κάθε ηθική αξία και υπονομεύοντας τον πνευματικό μας πολιτισμό. Έχουμε σκεφτεί άραγε πόση χυδαιότητα αναπαράγουν τα προβαλλόμενα πρότυπα, πόση ανούσια φλυαρία και ακατάσχετη ανοησία εκπέμπουν; Έχουμε σκεφτεί ότι έχουμε καταντήσει να είμαστε απλώς αριθμοί στα δίκτυα των κάθε λογής κέντρων εξουσίας που δρουν ανεξέλεγκτα και ερήμην μας; Έχουμε σκεφτεί αληθινά ότι πλέον η μοίρα μας, το παρόν και το μέλλον μας καθορίζεται από απροσδιόριστους εξωγενείς παράγοντες που δεν λογοδοτούν σε κανέναν; Δυστυχώς, μας έχουν αποκοιμίσει με το παραμύθι ότι αυτή είναι η δεδομένη ροή του κόσμου, ότι όλα γίνονται για την βελτίωση των όρων ζωής και κυρίως για την χωρίς όρους και όρια «ανάπτυξη». Κι ο κόσμος θα συνεχίσει να μικραίνει, να μικραίνει, μέχρι που θα εξαφανιστεί.
- Αν σας ζητούσα να διασώσετε μία μόνο λέξη από τη φθορά της εποχής μας, ποια θα ήταν;
Αγώνας. Γιατί μόνο ο αγώνας διασφαλίζει την ηθική, ψυχική και πνευματική υπεροχή του ανθρώπου. Γιατί μόνο με τον αγώνα και την αγωνία του μπορεί να κατακτήσει οποιαδήποτε αρετή ο άνθρωπος.
- Τι έχουν ανάγκη περισσότερο οι μαθητές σήμερα και τι νομίζουμε εμείς ότι έχουν ανάγκη; Είναι τα ίδια;
Έχουμε δημιουργήσει έναν κόσμο που επιζητεί και πριμοδοτεί αποκλειστικά την πληροφορία, την γνώση, την εξειδίκευση, την χρησιμοθηρία. Οι νέοι άνθρωποι αναγκάζονται να προσαρμοστούν στο σύστημα για να επιβιώσουν, θυσιάζουν την παιδική τους ηλικία, την αθωότητά τους, τα όνειρα τους, τις επιθυμίες τους, την αλήθεια τους και προσγειώνονται ανώμαλα σε μια δυστοπική πραγματικότητα που αιχμαλωτίζει τυποποιώντας την σκέψη τους. Αλλά οι ανάγκες των νέων ανθρώπων, των μαθητών μας, είναι βαθύτερες, είναι ουσιαστικότερες, και θαρρώ ότι έχουν σχέση με την αληθινή παιδεία, την βαθιά καλλιέργεια της ψυχής και του νου που σε απελευθερώνει από τα δεσμά του καταναγκασμού και της υποτέλειας. Είναι λογικό. Η στείρα γνώση απλώς σε συντηρεί, η παιδεία είναι, όμως, εκείνη που σε καρποφορεί. Κι αυτό οι μαθητές το καταλαβαίνουν, το νιώθουν. Εξάλλου, το εκπαιδευτικό σύστημα βιώνει μια αντίφαση, η οποία είναι καθοριστική. Στο σχολείο διδάσκουμε αξίες που η ίδια η πραγματικότητα τις αναιρεί. Αμέσως τα παιδιά καταλαβαίνουν την υποκρισία μας, αντιλαμβάνονται την διγλωσσία της αναίσχυντης δολιότητας ενός μηχανισμού που τα εξαπατά. Στο σχολείο ακούνε για την αγάπη, την ειρήνη, την δημοκρατία, την ισότητα, την αλληλεγγύη, συμμετέχουν μάλιστα σε δράσεις και σε προγράμματα για την ανάδειξη της σημασίας όλων αυτών των ωραίων πραγμάτων, και δίπλα μας «παραδόξως» συντελείται ανενόχλητα η γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, οι υπερδυνάμεις ανεμπόδιστα ανατρέπουν κυβερνήσεις, ετοιμάζονται για πολέμους, η βία, η φτώχεια και οι ανισότητες οξύνονται. Κατά την γνώμη μου, η εκπαίδευση πάσχει από έλλειψη αξιοπιστίας. Τα παιδιά δεν θέλουν άλλα παχυλά λόγια, θέλουν επιβεβαιωμένα έργα, δεν θέλουν άλλους θεατρινισμούς, δεν θέλουν άλλες κατευθυνόμενες υποδείξεις, θέλουν πρότυπα ζωής που να σφύζουν από αλήθεια κι όνειρο, από φως και ζεστασιά, από τιμιότητα κι αγώνα, θέλουν την προοπτική ενός κόσμου που λογαριάζει ως πρώτιστη αξία το δίκιο και την ανθρωπιά.
- Ως εκπαιδευτικός, ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που σας έχουν διδάξει οι μαθητές σας;
Να προσαρμόζομαι στις ανάγκες τους, να σέβομαι, να εκτιμώ και να υπερασπίζομαι την διαφορετικότητα και την αξία της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου. Γιατί η αληθινή παιδεία μετριέται με δείκτες ποιοτικούς, όχι με ποσοτικά αθροίσματα σε λογιστικά φύλλα.
- Τι φοβάστε περισσότερο για τον κόσμο που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας;
Φοβάμαι, μάλλον, περισσότερο κι από την ίδια την πραγματικότητα, το βάρος της ενοχής απέναντι τους, το ότι δεν σταθήκαμε ενδεχομένως ικανοί και άξιοι να τα προστατεύσουμε.
- Ποια μία φράση θα θέλατε να θυμούνται οι μαθητές σας από εσάς;
Αν έρθετε κάποτε στην δύσκολη, κρίσιμη θέση να επιλέξετε να χάσετε κάτι σημαντικό, να μην χάσετε οπωσδήποτε την αξιοπρέπεια και την ελευθερία σας. Θα σώσετε την ψυχή σας.
- Αν αύριο απαγορευόταν η ποίηση, τι θα χάναμε ως κοινωνία;
Θα χάναμε την επαφή μας με τον ουρανό, το χρώμα και το φως. Κι η ζωή στο σκοτάδι είναι ανυπόφορη, δεν αντέχεται. Η ποίηση είναι το ανοιχτό μας παράθυρο, για να υποδεχτούμε τον ήλιο, που, ενώ δύει, κάθε φορά μας υπόσχεται μια καινούργια Ανατολή.
- Έχετε γράψει για την εκπαίδευση, την κοινωνία, την αγάπη, την αδικία. Για ποιο θέμα δεν έχετε γράψει ακόμη, είτε επειδή δεν έτυχε, είτε – ίσως – επειδή δεν είστε έτοιμος;
Νομίζω ότι έχω γράψει για όλα εκείνα που με απασχολούν και θέλω να πιστεύω όχι μόνο εμένα. Το μεγάλο στοίχημα, η μεγάλη ευθύνη είναι να είμαι κάθε φορά έτοιμος, συνειδητά έτοιμος, να γράφω και να ξαναγράφω, εκφράζοντας την φωνή, τα συναισθήματα και τα αιτήματα πολλών άλλων ανθρώπων. Αυτό είναι το πρώτο και το τελευταίο μου μέλημα.
- Στα ποιήματά σας υπάρχει συχνά ελπίδα. Στην επικαιρότητα βρίσκετε ακόμη λόγους για ελπίδα ή τους αναζητάτε αλλού;
Όσο βαθαίνει η κρίση, άλλο τόσο μικραίνει και ο χώρος της αισιοδοξίας, αντικειμενικά, για ανατροπή της υφιστάμενης νοσηρής κατάστασης και για βελτίωση των πραγμάτων. Όμως, παραμένω αισιόδοξος, γιατί διαπιστώνω ότι υπάρχουν ακόμα και σήμερα, παρά τις αντιξοότητες, υγιείς δυνάμεις στον κοινωνικό χώρο, οι οποίες, αν ευνοήσουν οι συνθήκες, μπορούν να υπερβούν την μεμονωμένη τους δράση, μπορούν να συσπειρωθούν και να πρωταγωνιστήσουν ίσως στο μέλλον, δίνοντας θετική προοπτική στον κόσμο ολόκληρο. Η ελπίδα συντηρείται μόνο όταν υπάρχει όραμα. Εδώ ακριβώς υπάρχει ένα κενό. Πρέπει να εμπνεύσουμε ξανά τους ανθρώπους, να διαμορφώσουμε ένα όραμα προοπτικής για το μέλλον, να αγωνιστούμε συλλογικά, σε πρώτο πληθυντικό, και να συμπράξουμε με αλληλεγγύη, σε πτώση δοτική, προκειμένου η ελπίδα διεξόδου να καταστεί πραγματικότητα.
Μαριάννα Ζαμπάρα










