Τί να γράψεις για να παρουσιάσεις τον Νίκο Αλιάγα; Σίγουρα δεν χρειάζονται πολλά. Το όνομά του κουβαλά μόνο του μια ολόκληρη διαδρομή. Κι όμως, όταν τον συναντάς από κοντά, υπάρχει κάτι που δεν χωρά σε κανένα βιογραφικό. Μια οικειότητα, μια απλότητα, ένας τρόπος να περνά με φυσικότητα από το μεγάλο στο απλό.
Καθώς ανοίγει η συζήτηση, ανοίγει μαζί της ένα μεγάλο κομμάτι από τον κόσμο του: ο πατέρας του και η μητέρα του, τα παιδικά του χρόνια στη Γαλλία, οι καλοκαιρινές επιστροφές στο Μεσολόγγι, η Αγία Αγάθη, οι ελιές που από παιδί έβλεπε να «χορεύουν», η φωτογραφία, η τηλεόραση, η Ελλάδα που δεν έπαψε ποτέ να είναι μέσα του.
Νιώθεις σύντομα πως μιλάς με έναν άνθρωπο ο οποίος δεν καθορίζεται ούτε αυτοπροσδιορίζεται από την σημαντική επαγγελματική του διαδρομή. Με έναν άνθρωπο που έχει ψάξει βαθιά μέσα του, έχει παρατηρήσει τους ανθρώπους, έχει αναμετρηθεί με τις αξίες και έχει κατασταλάξει στο τι παρέλαβε από εκείνους που προηγήθηκαν και, κυρίως, στο τι οφείλει ο ίδιος ν’ αφήσει πίσω του.
Και τότε η συζήτηση γίνεται αλλιώς. Πιο ήσυχη. Πιο αληθινή.
Από την αρχή της συζήτησης, θέλησε να διαψεύσει την πληροφορία που διακινείται εσχάτως ότι πολιτεύεται. Δεν ισχύει και δεν θα είναι υποψήφιος βουλευτής. Και από εκεί επιστρέψαμε στη συζήτηση που είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία για τον ίδιο: στους ανθρώπους και στον τόπο που τον διαμόρφωσαν.
«Η Ελλάδα ήταν πάντα μια υπόσχεση που είχα κάνει στον πατέρα μου»
Ο Νίκος Αλιάγας γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γαλλία. Ζει εκεί 57 χρόνια. Κι όμως, η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ γι’ αυτόν ένας τόπος μακρινός.
Από τα 11 μέχρι τα 18 του ήταν εσώκλειστος στο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ιεράς Μητρόπολης Γαλλίας. Εκεί, παράλληλα με το γαλλικό σχολείο, μάθαινε ελληνικά και αρχαία ελληνικά, Αριστοφάνη, Αριστοτέλη, παραδοσιακά τραγούδια. Η μέρα μπορούσε να αρχίζει με Θεοδωράκη από τα ηχεία του διαδρόμου και να τελειώνει με ελληνικά μαθήματα.
Η ελληνική γλώσσα, όπως την περιγράφει σήμερα, δεν ήταν απλώς ένα εργαλείο. «Είναι το μόνο που μας σώζει. Με κατασκεύασε», λέει.
Και η Ελλάδα, όπως θα εξηγήσει λίγο αργότερα, ήταν μια υπόσχεση, την οποία είχε δώσει στον πατέρα του.
Ο πατέρας του ήταν ράφτης. Η οικογένεια μεγάλωσε «κάτω από τις ραπτομηχανές». Δεν υπήρχε καν δικό του δωμάτιο. Ήταν τα δύσκολα χρόνια της μετανάστευσης, πολύ μακριά από την εικόνα μιας εύκολης και λαμπερής ζωής που μπορεί να δημιουργεί σήμερα το όνομα Αλιάγας.
Ο πατέρας του είχε ένα πολύ συγκεκριμένο όνειρο: να επιστρέψουν. Να μείνει ο Νίκος στο Αγρίνιο. Να ανοίξει φροντιστήριο, τα καλοκαίρια να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα της Σταμνάς, να ζήσουν εδώ.
Η τηλεόραση, η δημοσιογραφία, τα media, όλα όσα θα ακολουθούσαν για τον γιο του, δεν υπήρχαν σε εκείνο το όνειρο.
Όταν, στα 19 του, ο Νίκος έγινε επίσημα δημοσιογράφος στη Γαλλία, πήγε στο ραφείο του πατέρα του με τη δημοσιογραφική του ταυτότητα. Η αντίδραση του πατέρα του ήταν αφοπλιστική: «Κούνια που σε κούναγε. Μετανάστευσα για να πουλάς εφημερίδες στον δρόμο…»
Δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πού θα τον οδηγούσε εκείνη η δημοσιογραφική ταυτότητα.
Ο Αλιάγας ξεκίνησε από τη Γαλλική Ραδιοφωνία, κόβοντας τέλεξ. Ήταν ο «τέλεξμαν», όπως λέει. Μια δουλειά σκληρή, φαινομενικά ασήμαντη, αλλά ζωτικής σημασίας. Εκεί έμαθε να αποκωδικοποιεί, να αξιολογεί, να διανέμει την είδηση.
Και κάποια στιγμή, όταν ένας άνθρωπος δεν εμφανίστηκε για να πει τις ειδήσεις, πήρε ο ίδιος το μικρόφωνο.
«Αυτό είναι το δαιμόνιο το ελληνικό», λέει και χαμογελά.
Ακολούθησαν το Euronews, η τηλεόραση, η καριέρα. Όμως η Ελλάδα ήταν πάντα εκεί. Όχι σαν ανάμνηση που ξεθωριάζει, αλλά σαν κάτι που περιμένει τη σειρά του.: «Δεν έφυγα από την Ελλάδα, για να επιστρέψω. Επιστρέφεις απ’ όπου έφυγες. Άρα ο νόστος ήταν του πατέρα μου και τον κουβάλησα».
Το πανηγύρι της Αγίας Αγάθης δεν είναι για εκείνον παράδοση. Είναι κάτι πιο προσωπικό.
Μιλά για την Αγία Αγάθη χωρίς να προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι. Συμμετέχει άλλωστε στο πανηγύρι της από πέντε χρονών. Στα επτά του φόρεσε για πρώτη φορά άρματα.
Δεν το βλέπει ως φολκλόρ. Το περιγράφει ως «προσωπική πορεία κάθαρσης», ως «ανάταση ψυχής».
Η ανάβαση στο βουνό, ο χορός, το τραγούδι, η συνάντηση με έναν τόπο που κουβαλά πολύ περισσότερα χρόνια από τη δική του ζωή, είναι γι’ αυτόν ένας τρόπος να αφήνει στην άκρη το κοινωνικό προσωπείο και να γίνεται ένα με το σύνολο.
Δεν χρησιμοποιεί εύκολες λέξεις για να περιγράψει αυτή τη σχέση. Δεν μιλά για «περηφάνια» ούτε για έναν επιφανειακό πατριωτισμό. «Υπαρξιακό είναι».
Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί μπορεί να βρίσκεται στη γαλλική τηλεόραση, ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους, και την ίδια στιγμή να νιώθει ότι η ουσία βρίσκεται αλλού.
Οι ελιές που έγιναν γαλλικό γραμματόσημο
Φέτος τα γαλλικά ταχυδρομεία επικοινώνησαν μαζί του. Ήθελαν να τον τιμήσουν ως φωτογράφο. Τους πρότεινε να χρησιμοποιήσουν κάποια φωτογραφία από τις ελιές. Ελιές που φωτογραφίζει εδώ και χρόνια. Ελιές που για εκείνον δεν είναι απλώς δέντρα, αλλά χρόνος, μνήμη, αντοχή.
«Η ελιά θυμάται, αντιστέκεται. Μας βλέπει και μας λυπάται».
Ο ίδιος σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν ζει από τη φωτογραφία και δεν θεωρεί τον εαυτό του επαγγελματία φωτογράφο.
Και ύστερα έρχεται η προσωπική ιστορία: «Παιδί της ελιάς και της θάλασσας είμαι εγώ».
Όταν έμαθε να περπατά, ο πατέρας του τον πήγαινε μπροστά σε αυτές τις ελιές. Ο πατέρας του είχε περπατήσει μπροστά στις ίδιες ελιές. Κι εκείνος, ανεβαίνοντας προς την Αγία Αγάθη, τις αγκάλιαζε.
Μία από αυτές τις ελιές, που βλέπει από παιδί, έγινε τελικά η εικόνα που ταξίδεψε στη Γαλλία.
Θυμάται να λέει μικρός στον πατέρα του: «Μπαμπά, χορεύουν».
Και ο πατέρας του να του απαντά: «Καλά… χορεύουν οι ελιές;»
Χρόνια αργότερα, ο γιος του αισθάνεται ότι του το απέδειξε. «Κι όμως, χορεύουν». Πάνω στο γραμματόσημο γράφει και στα ελληνικά: «Αιωνόβιος χορός».
«Με αυτό έκανα κι εγώ το μερίδιό μου απέναντι στην κληρονομιά μου. Το πρόβαλα πιο μακριά από εκεί που το πήρα. Αυτός είναι ο ρόλος μου».

«Η φωτογραφία λέει πιο πολλά»
Ο άνθρωπος που έχει περάσει τη ζωή του κάνοντας τους άλλους να μιλούν, βρίσκει στη φωτογραφία έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας.
«Η φωτογραφία λέει πιο πολλά. Δεν υπογραμμίζει. Δεν κουνά το δάχτυλο. Δεν προσπαθεί να αποδείξει».
Ο φωτογράφος, λέει ο Νίκος Αλιάγας, αναγνωρίζει μια πιθανότητα. Μπορεί να είναι ένστικτο, μπορεί μεθοδολογία, μπορεί τύχη. Το να βρίσκεσαι κάπου χωρίς να ξέρεις ακόμη γιατί έπρεπε να είσαι εκεί.
Και φέρνει ένα παράδειγμα από την έκθεσή του που παρουσιάζεται αυτή την περίοδο στο Μουσείο του Ανθρώπου στο Παρίσι.
Η κεντρική φωτογραφία της έκθεσης απεικονίζει δύο ηλικιωμένους ανθρώπους σε ένα καφέ στη Βενετία. Μια γυναίκα περίπου 80 ετών πίνει spritz. Ένας άνδρας, 95 ετών — όπως έμαθε αργότερα — φωτογραφίζει. Τους είχε φωτογραφίσει τυχαία.
Τρία χρόνια αργότερα, το μουσείο επέλεξε τη φωτογραφία για την τεράστια αφίσα της έκθεσης. Έπρεπε να τους βρει, για να πάρει την έγκρισή τους. Και τους βρήκε.
Η γυναίκα είναι μία από τις σημαντικές μορφές της μόδας των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Ο άνδρας είναι ο Italo Zannier, σημαντικός θεωρητικός και ιστορικός της φωτογραφίας, με ειδικό ενδιαφέρον στον χρόνο που περνά.
Τρία χρόνια πριν, ο Αλιάγας δεν ήξερε τίποτα από αυτά. Ήξερε μόνο ότι η φωτογραφία τού «μιλούσε».
Δεν καταλάβαινε γιατί του άρεσε εκείνη η φωτογραφία. Καταλάβαινε όμως ότι έπρεπε να βρίσκεται εκεί.
«Δεν είναι τυχαίο. Είναι σύνδεση».
Όταν αργότερα μίλησε με τον Zannier και του είπε τι είχε συμβεί, εκείνος συγκινήθηκε μέχρι δακρύων. Και τότε ο Αλιάγας είπε κάτι που ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί φωτογραφίζει: «Φωτογραφίζω για να μπορώ να πω αυτά που δεν μου επιτρέπει η δουλειά μου να εκφράσω. Τα λέω αλλιώς».
Και δεν το κάνει για τον εαυτό του.
Το κάνει, όπως λέει, για τον επόμενο άνθρωπο. Για εκείνον που κάποια στιγμή θα κοιτάξει μια εικόνα και θα συγκινηθεί. Για ένα παιδί που μπορεί μια μέρα να κοιτάξει τις ελιές που μεγάλωσε δίπλα τους και να αναρωτηθεί αν πρέπει επιτέλους να μάθει να τις βλέπει διαφορετικά.

Το Μεσολόγγι που μένει όταν οι άνθρωποι φεύγουν
Όταν τον ρωτάς τι βλέπει σήμερα στο Μεσολόγγι που δεν έβλεπε ως παιδί, απαντά με μια εικόνα, η οποία περιλαμβάνει ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια.
Κοντά στο σημείο όπου καθόμασταν εμείς εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ο πατέρας του ερχόταν κάτω από ένα δέντρο και έπινε κάθε βράδυ μια μπύρα. Το καφέ έχει κλείσει. Τα γεροντάκια που έβλεπε τότε δεν υπάρχουν πια.
«Αλλά υπάρχουν πάντα μες στη μνήμη μου».
Αυτό είναι το Μεσολόγγι για εκείνον.
Οι άνθρωποι που έζησαν πριν από 200 χρόνια δεν υπάρχουν πια, λέει. Υπάρχει όμως το αποτύπωμά τους στις ψυχές μας, στις σιωπές μας. Και υπάρχει η λιμνοθάλασσα.
«Γίνεται καθρέφτης και βλέπω τη συνείδησή μου μέσα».
Εκεί έμαθε, όπως λέει, «το μέτρο του ανθρώπου». Το πέρασμά του. Το κέντρο του.
Το Μεσολόγγι είναι για εκείνον η εστία.
Τι μένει τελικά από μια ζωή;
Σε αυτό το σημείο η συζήτηση φεύγει από τη βιογραφία και γίνεται κάτι άλλο.
Μιλά για όσα περνούν από χέρι σε χέρι. Για όσα παραδίδονται στον επόμενο. Όχι απαραίτητα ως παράδοση, με την έννοια μιας υποχρέωσης, αλλά ως κάτι που ο καθένας παραλαμβάνει και κάποτε πρέπει να παραδώσει.
Δεν έχει σημασία τόσο το όνομα που θα αφήσεις πίσω. Ούτε το αποτύπωμα με την έννοια της προσωπικής υστεροφημίας.
Έχουμε, λέει, μπερδέψει την αξία με την τιμή.
«Αυτό που αγοράζεται δεν θα έχει αξία σε λίγο καιρό. Αυτό που δεν αγοράζεται έχει πάντα αξία».
Ίσως γι’ αυτό και η επιτυχία δεν μοιάζει να είναι το παν, όταν μιλά για τη ζωή του. Έχει εργαστεί σκληρά. Έχει ανέβει στις μεγαλύτερες τηλεοπτικές αρένες της Ευρώπης. Δουλεύει δεκάδες Σάββατα τον χρόνο στο μεγαλύτερο κανάλι της Ευρώπης.
«Ωραία, ωραία, και; Σταματάς αύριο. Τι έμεινε;»
Εκείνα που μένουν είναι τα απλά, τα «μικρά», τα καθημερινά.
Όπως όταν πριν από λίγες ημέρες πήρε τα παιδιά του και τα πήγε στην Αγία Αγάθη. Τα προέτρεψε να της ζητήσουν ό,τι θέλουν. Άναψαν το κεράκι. Το χέρι τους δεν έφτανε.
Αυτό έμεινε.
Γιατί εκείνη η στιγμή, όπως την περιγράφει, είχε ήδη γίνει ανάμνηση μέσα στην ψυχή τους. Μια ανάμνηση για μια στιγμή που ο ίδιος κάποτε δεν θα είναι εκεί.
«Εγώ έκανα το κομμάτι μου. Ας το κάνουνε κι αυτά».
Όπως το έκανε ο πατέρας του. Όπως το έκανε ο παππούς του. Όπως ο προπάππους του.
«Πριν από 200 χρόνια ήταν χθες»
Ο Αλιάγας μιλά και για το ντοκιμαντέρ που ετοιμάζει τώρα για το Μεσολόγγι. Όχι, διευκρινίζει, ένα αμιγώς ιστορικό ντοκιμαντέρ.
Έναν διάλογο.
Έναν διάλογο με το παρελθόν και το παρόν. Με την ερώτηση ποιος παρακολουθεί ποιον. Με την ερώτηση τι έχουμε να πούμε σήμερα εμείς σε εκείνους τους ανθρώπους και τι έχουν εκείνοι να πουν σε εμάς.
Και κυρίως με μια ερώτηση που τον απασχολεί: τι την κάναμε την ελευθερία που κληρονομήσαμε;
Δεν θέλει να μιλά για ανθρώπους που «πέθαναν σαν ήρωες».
«Πεθαίνω σαν ελεύθερος. Δεν είναι το ίδιο πράγμα».
Για το ντοκιμαντέρ φωτογραφίζει ανθρώπους που ίσως για κάποιους μοιάζουν αφελείς ή γίνονται αντικείμενο κοροϊδίας. Εκείνος βλέπει κάτι άλλο. Βλέπει φύλακες.
Γιατί, τελικά, αυτό αναζητά. Όχι τον άνθρωπο που έχει κάτι να επιδείξει. Αλλά εκείνον που κρατά κάτι ζωντανό.
Και καθώς η συζήτηση πλησιάζει στο τέλος, ο Νίκος Αλιάγας έχει ήδη αφήσει πίσω του σχεδόν όλα όσα συνήθως συνοδεύουν το όνομά του.
Δεν μιλά πια για τηλεόραση. Δεν μιλά για καριέρα.
Μιλά για τη σκόνη κάτω από μια ελιά στη Σταμνά. Για το τσαρούχι που σηκώνει τη σκόνη στον αέρα.
Για τη στιγμή που, ύστερα από μια ζωή γύρω από τον κόσμο, κατάλαβε ότι βρίσκεται «στην εστία της υπάρξεώς μου».
Έζησε έντονα. Γνώρισε ανθρώπους. Δούλεψε σκληρά. Έκανε λάθη. Σκόνταψε. Έκλαψε. Χάρηκε. Αγάπησε. Ξανάρχισε.
Και ίσως χρειάστηκε να φύγει πολύ μακριά για να καταλάβει κάτι που ήταν από την αρχή δίπλα του.
«Ό,τι και να έζησα, δεν έχω την αίσθηση ότι μου ανήκει».
Και ύστερα έρχεται η πιο απλή και ίσως η πιο δυνατή συμβουλή που θα μπορούσε να δώσει σε έναν πιτσιρικά: «Μην πας μακριά για να βρεις τον κόσμο. Αν και το έχεις ανάγκη να πας. Να πας όσο πιο μακριά να βρεις τον άνθρωπο, τον εαυτό σου, τη δική σου ψυχή».
Και κάπου εκεί βρίσκεται όλη η διαδρομή του.
Ο πατέρας που έφυγε από το Μεσολόγγι για να βρει μια καλύτερη ζωή. Ο γιος που έφτασε στην κορυφή της γαλλικής τηλεόρασης. Ο φωτογράφος που πήρε τις ελιές της Σταμνάς, τις έστειλε πίσω στη Γαλλία κι από εκεί σε όλο τον κόσμο. Ο πατέρας που προσπαθεί να εμφυσήσει στα παιδιά του την αγάπη για τον τόπο. Και ο άνθρωπος που, μετά από όλα αυτά, έχει κάνει αυτόν τον τόπο κομμάτι του εαυτού του.
Λίγο πριν χωρίσουμε, έμεινε μια φράση του Πινδάρου: «Γένοι’ οίος εσσί μαθών» (Γίνε αυτός που είσαι, αφού μάθεις πρώτα ποιος είσαι).
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το νήμα που ενώνει όλα όσα μας είπε εκείνο το απόγευμα για τον πατέρα του, τα παιδικά του χρόνια, τη Γαλλία, το Μεσολόγγι, την Αγία Αγάθη, τις φωτογραφίες, τα παιδιά του. Όλα όσα πήρε μαζί του και όλα όσα, με τον δικό του τρόπο, προσπαθεί να παραδώσει.
Μαριάννα Ζαμπάρα









