Λίγες ώρες πριν ανοίξει τις πύλες της η 3η Έκθεση Αιτωλοακαρνάνων Εικαστικών στην Παλαιά Δημοτική Αγορά Αγρινίου, ο ζωγράφος και μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής Δημήτρης Παπατρέχας μίλησε για τη φιλοσοφία της διοργάνωσης, το καλλιτεχνικό δυναμικό της περιοχής και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκαν οι φετινές συμμετοχές.
Όπως εξήγησε, η ίδια η ταυτότητα της έκθεσης καθορίζει και τη φιλοσοφία της. «Είναι η 3η Έκθεση Αιτωλοακαρνάνων Εικαστικών και ορίζεται ακριβώς από αυτόν τον τίτλο», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται για μια διοργάνωση αφιερωμένη σε κάποιο συγκεκριμένο εικαστικό ρεύμα, τεχνοτροπία ή θεματική κατεύθυνση.
«Είναι ένα φεστιβάλ, μια γιορτή της τέχνης», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι ο στόχος του Δήμου Αγρινίου ήταν να ανοίξει τον χώρο σε όλους τους εικαστικούς δημιουργούς του νομού. Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, η Καλλιτεχνική Επιτροπή λειτούργησε με βασικές αρχές τη συμπερίληψη, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς τη λογική μιας αυστηρής κριτικής επιτροπής που αποφασίζει ποιος «χωρά» και ποιος όχι.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία που έχει η συνύπαρξη των έργων στον εκθεσιακό χώρο. Όπως είπε, από τη στιγμή που ανοίγει μια έκθεση, τα έργα αρχίζουν να «συνομιλούν» μεταξύ τους, ενώ παράλληλα ο επισκέπτης, αλλά και οι ίδιοι οι δημιουργοί, μπαίνουν αναπόφευκτα στη διαδικασία της σύγκρισης. Πρόκειται, όπως ανέφερε, για μια φυσική λειτουργία της τέχνης που δεν μπορεί ούτε να αποφευχθεί ούτε να ακυρωθεί.
Αναφερόμενος στις δυσκολίες που συνάντησε η Επιτροπή, διευκρίνισε ότι αυτές δεν αφορούσαν την αποδοχή ή την απόρριψη συμμετοχών, αλλά κυρίως την επιλογή των έργων που θα εκπροσωπούσαν κάθε καλλιτέχνη. Πολλοί δημιουργοί υπέβαλαν περισσότερα από ένα έργα και η πρόκληση ήταν να επιλεγούν εκείνα που εξέφραζαν πιο ολοκληρωμένα την προσωπική τους διαδρομή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δουλειάς τους. Εξίσου απαιτητικό χαρακτήρισε και το στήσιμο της έκθεσης, ώστε τα έργα να συνυπάρχουν αρμονικά και να δημιουργούν μια ενιαία εμπειρία για τον επισκέπτη.
Στο ερώτημα ποια στοιχεία θεωρεί σημαντικότερα κατά την προσέγγιση ενός έργου τέχνης, ο Δημήτρης Παπατρέχας απέφυγε τις μονοδιάστατες απαντήσεις. Όπως είπε, δεν υπάρχει ένα μόνο κριτήριο. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι σπουδές, η γνώση της ιστορίας της τέχνης, η καλλιέργεια και η προσωπική πορεία του δημιουργού. Παράλληλα, όμως, αναγνώρισε τη δύναμη του καλλιτεχνικού ενστίκτου, εκείνου του εσωτερικού μηχανισμού που πολλές φορές διαθέτουν άνθρωποι ακόμη και χωρίς ακαδημαϊκή εκπαίδευση.
«Η ιστορία της τέχνης δεν γράφτηκε από θεωρητικούς, αλλά από τους ίδιους τους καλλιτέχνες», παρατήρησε, τονίζοντας ότι κάθε δημιουργός εξελίσσεται μέσα από όσα δέχεται, όσα αφομοιώνει και όσα τελικά επιλέγει να απορρίψει.
Για την κατάσταση της εικαστικής δημιουργίας στην Αιτωλοακαρνανία εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος. Υποστήριξε ότι ο νομός διαθέτει ισχυρό καλλιτεχνικό δυναμικό σε όλες τις γενιές, από καταξιωμένους δημιουργούς μέχρι νεότερους που κάνουν τώρα τα πρώτα τους βήματα. Η πολύχρονη ενασχόλησή του με την εκπαίδευση και την προετοιμασία νέων ανθρώπων για τις Σχολές Καλών Τεχνών τού επιτρέπει, όπως είπε, να διαπιστώνει από κοντά το ενδιαφέρον και τις δυνατότητες που υπάρχουν.
«Έχουμε παρελθόν, παρόν και μέλλον», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια καλλιτεχνική κοινότητα που εξακολουθεί να ανανεώνεται και να παράγει δημιουργούς με προοπτική.
Όσο για τη σημερινή κατάσταση της τέχνης, ο ίδιος θεωρεί ότι δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ίδια τη ζωή. Οι προβληματισμοί που υπάρχουν στην κοινωνία αντανακλώνται αναπόφευκτα και στην καλλιτεχνική δημιουργία. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμά ότι η τέχνη, όπως και η ζωή, συνεχίζει την πορεία της, ακολουθώντας διαδρομές που συχνά μοιάζουν κυκλικές, χωρίς ποτέ να επαναλαμβάνονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
Ιδιαίτερη στιγμή της συζήτησης αποτέλεσε η αναφορά στον πατέρα του, τον λαογράφο Γεράσιμο Παπατρέχα. Ο ζωγράφος παραδέχθηκε ότι η παρουσία του επηρέασε βαθιά τη δική του καλλιτεχνική ματιά. Από τα παιδικά του χρόνια, όπως θυμήθηκε, μεγάλωσε ανάμεσα σε εικόνες, υφαντά και λαϊκά μοτίβα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, στοιχεία που χαράχτηκαν στη μνήμη του και εξακολουθούν να τον συνοδεύουν μέχρι σήμερα. Από τα παιδικά του χρόνια μεγάλωσε ανάμεσα στις εκδόσεις και το έργο του πατέρα του, έχοντας ως μία από τις πιο έντονες εικόνες της μνήμης του τα «Λαϊκά Υφαντά της Δυτικής Στερεάς». Τα σχέδια, τα μοτίβα και η αισθητική των παραδοσιακών υφαντών τον ακολουθούν μέχρι σήμερα, αποτελώντας μια διαρκή πηγή έμπνευσης. «Είναι μια εικόνα που έχει μείνει αναλλοίωτη μέσα μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι εξακολουθεί να προσπαθεί να προσεγγίσει καλλιτεχνικά εκείνον τον κόσμο της λαϊκής δημιουργίας. «Αν κάποτε νιώσω ότι το πέτυχα, τότε θα θεωρήσω ότι έχω κάνει κι εγώ κάτι καλό», είπε, συνδέοντας τη δική του εικαστική πορεία με την πολιτιστική παρακαταθήκη που κληρονόμησε από την οικογένειά του.
Κλείνοντας, ο Δημήτρης Παπατρέχας επανήλθε στον χαρακτήρα της έκθεσης ως γιορτής. Αυτό που θα ήθελε να αποκομίσει ο επισκέπτης δεν είναι μόνο η επαφή με τα έργα, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι η Αιτωλοακαρνανία διαθέτει πλέον ένα αυτόνομο και ζωντανό πολιτιστικό δυναμικό.
«Μέχρι πριν από λίγα χρόνια περιμέναμε τον πολιτισμό να έρθει από αλλού», παρατήρησε. «Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για μια πολιτιστική αυτονομία του τόπου μας. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος».
Όσο για τους ίδιους τους καλλιτέχνες, προτίμησε να τους αφήσει να μιλήσουν μέσα από τα έργα τους. «Εμείς κάναμε αυτό που έπρεπε να κάνουμε. Τώρα ο λόγος ανήκει στην έκθεση και στους ανθρώπους που θα την επισκεφθούν».
Μαριάννα Ζαμπάρα










