
Τα άσπρα πουκάμισα πάντα ήταν ιδιαίτερα. Καμία σχέση δεν έχουν με οποιοδήποτε άλλο χρώμα. Τα λευκά πουκάμισα έχουν μέσα τους τη χαρά της ζωής. Την πρωτογενή γεύση της. Γλυκιά και ακόρεστη.
Άσπρα πουκάμισα. Λινά, βαμβακερά, μεταξωτά, ποπλίνα. Χειμωνιάτικα, εποχιακά, καλοκαιρινά. Κοντομάνικα, μακρυμάνικα, με σηκωμένα μανίκια, με μανσέτες, επίσημα ή σπορ. Με γιακά «ρεξ», γραβατοπουκάμισα, με κουμπιά στο γιακά, με γιακά «παπαδίστικο». Το λευκό πουκάμισο συνδυάζεται με κάθε ρούχο από πάνω του, οποιοδήποτε σχεδιασμού. Τα λευκά γραβατοπουκάμισα «δένουν» χρωματικά με κάθε γραβάτα.
Άσπρα αμπιγέ, χωρίς κουμπιά στα μανικέτια, αλλά με υποδοχές για μανικετόκουμπα ή με μικρά κουμπιά για ξενόκουμπα. (Άλλο μανικετόκουμπο, άλλο ξενόκουμπο. Το μανικετόκουμπο περνά με το κάτω μέρος από τις δύο υποδοχές (θηλιές) της μανσέτας και θηλυκώνει με το κάθετο σήκωμα της σπαστής βάσης του. Τα πουκάμισα τα οποία δέχονται μανικετόκουμπα είναι ειδικά. Με διπλά μανικέτια. Τα ξενόκουμπα «συρταρώνουν» πάνω στο κουμπί της μανσέτας και μετά κλείνουν. Τα καπακώνουν. Εξ ου και η αγγλική ονομασία τους: buttoncovers. Κουμποκαλύπτρες).
Το λευκό πουκάμισο, λοιπόν, δεν είναι ένα ντύσιμο όπως όλα τ’ άλλα. Μία ακόμα φορεσιά. Δημιουργεί μία υπόνοια ευγενικής λιτότητας, αρχοντιάς, καθαριότητας. Οι image makers των πολιτικών, τους συμβουλεύουν να φορούν λευκά πουκάμισα, διότι αποπέμπουν στον κόσμο εσωτερικά μηνύματα αλήθειας, ειλικρίνειας.
Λευκό είναι το γαμπριάτικο πουκάμισο. Ό,τι πιο επίσημο. Λευκό, επίσης, φορούν οι περισσότεροι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρού.
«Με ένα άσπρο πουκάμισο και ένα τζιν πάω παντού», έλεγε ο Ralph Lauren, υπονοώντας ότι το άσπρο πουκάμισο είναι παρόν σε οποιαδήποτε έκφανση της ζωής. Και είναι έτσι. Από την επισημότητα του γάμου, της γιορτής, της δεξίωσης. Με γραβάτα ή παπιγιόν, σκέτο κουμπωμένο ή ανοιχτό ως το στήθος.
Το λευκό πουκάμισο είναι το απαραίτητο αξεσουάρ του σερβιτόρου, ο οποίος ακτινοβολεί εξυπνάδα και κινείται με ταχύτητα εν μέσω των τραπεζιών.
Λευκό πουκάμισο για την καλοκαιρινή βόλτα τα καυτά αυγουστιάτικα βράδια στις παραλίες, που ρουφάει τον ιδρώτα του κορμιού και μπλέκεται με το άρωμα του Armani. Το ζήλεψαν οι γυναίκες. Φόρεσαν το δικό μας άσπρο πουκάμισο, με τα μανίκια να κρέμονται και το τελείωμά του να φθάνει ως τα γόνατά τους. Ώσπου αποφάσισαν και αγόρασαν δικά τους. Και, μεταξύ μας, μας ξεπέρασαν.
Έμαθα νωρίς τι σημαίνει η βίαιη, η ξαφνική εγκατάσταση του σκληρού, αδυσώπητου μαύρου, πάνω στο αθώο λευκό. Ήταν τότε που στη γειτονιά μας κάποιοι γέροι σηκώνονταν νωρίς να φύγουν απ’ το καφενείο και οι κουβέντες σταματούσαν, ώσπου να απομακρυνθούν τελείως. Στο μανίκι του λευκού πουκάμισου, στο ύψος του μπράτσου, η μαύρη κορδέλα. Οι ώμοι γερμένοι, η συντριβή ξέχειλη. Καρδιά κομμάτια από την οδυνηρή απουσία. Την αναντικατάστατη.
Όλες σχεδόν οι φωτογραφίες των παππούδων μας είναι με λευκά πουκάμισα, κουμπωμένα ως το πάνω κουμπί. Με κοστούμι ή πανωφόρι. Η στάση τους αυτή, με την κυρά τους δίπλα και τα παιδιά τους, εξέπεμπε νοικοκυροσύνη, αξιοπιστία, σοβαρότητα. Η έκφρασή τους ανέδιδε μία ανεπιτήδευτη ανωτερότητα, μία ανεπίληπτη και απονήρευτη περηφάνια, η οποία περισσότερο έμοιαζε με αξιοπρέπεια. Όλα τούτα θαρρείς πως ξεπηδούν μέσα από το λευκό πουκάμισο και ξεχύνονται εντός του αισθηματικού χώρου των συγγενών που κοιτάζουν την παλιά φωτογραφία.
Στις περισσότερες ελληνικές ταινίες, τις ανεπανάληπτες ταινίες των δεκαετιών 1960 – 1970, οι περισσότεροι ηθοποιοί φορούν άσπρα πουκάμισα. Ειδικά στις αισθηματικές.
Στους καιρούς όπου επικρατούσε ο βάρβαρος κανόνας του δικαίου της μονομαχίας, οι δύο άντρες μονομάχοι φορούσαν συνήθως λευκά πουκάμισα. Ήταν για να προσδώσουν επισημότητα στη διαδικασία, αφού μετά από λίγο, ο ένας από αυτούς θα κειτόταν στο χώμα νεκρός.
Η ψυχολογία έχει πιστοποιήσει ότι στα αεροπορικά ταξίδια, οι άνθρωποι φορούν τα καλά τους. Είναι λόγω του αφανέρωτου εσωτερικού φόβου του αεροπορικού δυστυχήματος και του θανάτου, όπου επιθυμούν να είναι με επίσημα ρούχα. Λευκά πουκάμισα.
Το άσπρο πουκάμισο, πανάκριβο, ραμμένο (παραγγελία) ή από το καλάθι του πεζοδρομίου, ολοκαίνουργιο ή πολυφορεμένο, δεν παύει να εναρμονίζεται με έντονα συναισθήματα, την αγάπη, τον έρωτα. Μα και κάποτε να εκπέμπει απόγνωση, οδύνη, συντριβή. Και πάντα ένα αδιόρατο μυστήριο.
Αυτή η απλότητα του λευκού κρύβει μέσα της ανείπωτα μυστικά, κρυφά αισθήματα. Μυστήρια ακατανόητα σε πνευματικά αμύητους.
Όσο η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη θα γράφουν «άσπρο πουκάμισο φορώ και μαύρο θα το βάψω, μαύρα είν’ τα μάτια π’ αγαπώ, γι’ αυτά κοντεύω να χαθώ, γι’ αυτά πολύ θα κλάψω» και όσο ο Στέλιος θα το τραγουδά, πάντα ένας πονεμένος λεβέντης – μάγκας θα χορεύει στην πίστα ένα γνήσιο ζεϊμπέκικο. Και πιο ‘κει, πάνω σ’ ένα τραπέζι, πάντα θα υπάρχει ένα ποτήρι άδειο κι ένας πόνος βαρύς που θα περιφέρεται ανεπαίσθητος, αδιόρατος, μα κάποτε ίσως ψηλαφητός, στον ευρύτερο χώρο.
Το άσπρο πουκάμισο διαχέει φως˙ ακτινοβολεί αξιοπρέπεια, σοβαρότητα.
Γι’ αυτό και σήμερα τα «λευκά πουκάμισα» είναι λιγοστά. Αν και στην πραγματικότητα αυξήθηκαν αριθμητικά, λιγόστεψε όμως κατά πολύ η λαλιά τους, η φωτεινότητά τους, η αυθεντικότητά τους.
Τα λευκά πουκάμισα δεν μιλούν, δεν θορυβούν. Σιωπούν. Όπως τα κλειστά χείλη. Μα με τη σιωπή τους χιλιάδες λένε λέξεις.
Τα λευκά πουκάμισα ψιθυρίζουν ανεπαίσθητα. Μα σε λίγους. Τα λευκά πουκάμισα πάντα ήταν ιδιαίτερα. Βουβά, μα ζωντανά.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΚΑΝΗΣ




