
Το χωραφάκι!
Ήταν μια μικρή αλάνα περικλειόμενη από παλιές μονοκατοικίες. Βρισκόταν πίσω από τον θερινό κινηματογράφο «Πάνθεον», ψηλά στην Παπαστράτου, λίγο πριν το τέλος της. Αυτόν τον χώρο είχαμε διαμορφώσει ως γήπεδο και παίζαμε καθημερινά δίτερμα τα μεσημέρια μετά το σχολείο.
Γύρω στα δέκα ήμασταν. Γειτονόπουλα της Πραΐδου, της Κιλκίς, της Σωκράτους, της Μελεάγρου. Δέκα-δώδεκα παιδιά, χωριζόμασταν έξι-έξι και άρχιζε το ματς με φωνές, τσακωμούς (ήταν γκολ, όχι δεν ήταν), ώσπου έβγαινε αγανακτισμένος κάποιος γείτονας: «Ρε παιδιά, είναι τρεις η ώρα. Κοιμόμαστε. Έλεος». Σταματούσαμε για λίγο και πάλι απ’ την αρχή.
Για δοκάρια είχαμε δύο μεγάλες πέτρες, μόνιμα τοποθετημένες. Μία δεξιά, μία αριστερά. Όριζαν τα γκολπόστ.
Εκεί στεκόταν πάντα… Στο δεξί «δοκάρι» του κάτω τέρματος. Μας κοίταζε με παράπονο. Με την μπάλα του στην αγκαλιά του, σαν να ήταν αυτή που τον προστάτευε. Αυτή που του εξασφάλιζε την παρουσία του εκεί. Κοντά μας. Να μας βλέπει.
Πόσες φορές μας παρακάλεσε: «Θέλω να παίξω κι εγώ. Θα με βάλετε κι εμένα μέσα; Για λίγο». Για να εισπράττει κάθε φορά το «όχι» μας και ακόμα χειρότερες εκφράσεις άρνησης…
Ο Στάκως. Περίεργο το όνομά του. Προερχόταν από τα δύο βαπτιστικά του, Σταύρος και Κωνσταντίνος. Ο Στάκως. Για μας – τους έξυπνους – «ο χοντρός με την μπάλα».
Παρ’ όλα τα παρακάλια του, παρ’ όλες τις προσπάθειές του, ότι η μπάλα του ήταν τρίφυλλη – ποδοσφαιρική και θα την έβαζε να παίξουμε μ’ αυτή, δεν του κάναμε το χατίρι.
Και όταν πια όλα τελείωναν, όταν ο αγώνας έφτανε στο τέλος του και κάθε ελπίδα γι’ αυτόν είχε χαθεί, γύριζε και έφευγε αργά, σφίγγοντας στην αγκαλιά του την μπάλα του και με τα δύο του χέρια, με αγάπη, κι ας μην του είχε δώσει την ευκαιρία να παίξει κι αυτός λιγάκι, να χαρεί, να μπει στην παρέα.
Έφευγε με σκυμμένο το κεφαλάκι του, λυπημένος, μα όχι εκνευρισμένος, λες και συμφωνούσε με την αλάνικη και προσβλητική συμπεριφορά μας, ότι δεν φταίγαμε εμείς αλλά ο ίδιος. Το κορμάκι του που ήταν τόσο παχύ.
Τα παιδιά συχνά έχουν μία απρόσμενη σκληράδα μέσα τους. Του φερόμασταν σαν τον αποδιοπομπαίο τράγο των προγόνων μας: «Όχι ρε, δεν σε παίζουμε γιατί είσαι χοντρός», του είπε κάποτε ο αρχηγός της μιας ομάδας. Κι εκείνος, σκύβοντας, του απάντησε ψιθυριστά: «Δεν είμαι χοντρός, είμαι άρρωστος».
Όπως μάθαμε κάποια χρόνια αργότερα, το παιδί παρουσίαζε μία σοβαρή δυσλειτουργία στον μεταβολισμό και έπαιρνε κιλά χωρίς να τρώει. Το έτρεξαν στην Αθήνα, στους γιατρούς οι γονείς του. Κάτι έγινε. Όχι πολλά πράγματα. Η ασθένειά του, είπαν, ήθελε προσοχή.
Γίναμε δεκαοχτώ. Παιδικοί έρωτες, φλερτ, σχολικά πάρτι. Ο Στάκως απείχε απ’ όλα. Κανείς δεν τον “έπαιζε”. Στα πάρτι δεν τον καλούσαμε, αλλά κι αν μετά από πιέσεις των γονιών μας του λέγαμε, ερχόταν και καθόταν σε μία γωνιά μόνος του.
Δεν ήταν πνευματικά ελλιπής. Αντιθέτως, είχε ανεπτυγμένη ευφυΐα. Μα ήταν μοναχικός, ευαίσθητος και μόνιμα θλιμμένος. Ήξερε ότι δεν θέλαμε να τον κάνουμε παρέα και πριν τον απομονώσουμε, προλάβαινε και απομόνωνε τον εαυτό του ο ίδιος. Τον απέκλειε από εμάς τους … σωστούς, τους νορμάλ, τους υγιείς…
Οι περισσότεροι από την παρέα στο χωραφάκι πέρασαν σε καλές σχολές των πανεπιστημίων της χώρας μας. Έφυγα κι εγώ για τη Γερμανία να σπουδάσω την αγαπημένη μου δημοσιογραφία.
Ο Στάκως υπηρέτησε τη θητεία του στον στρατό ως Ι4, βοηθητικός, λόγω του βασανιστικού προβλήματος του πάχους του.
Λίγο καιρό μετά που απολύθηκε, διορίστηκε στο Δημόσιο.
Δύο χρόνια αργότερα ήταν, τρεις μήνες πριν το πτυχίο μου. Ένα βράδυ χειμωνιάτικο στην Konstanz am Bodensee της νότιας Γερμανίας, με βαρύ κρύο και χιόνι. Πίναμε κόκκινο κρασί με δύο φίλους Τούρκους, στο δωμάτιό μου στη φοιτητική εστία. Κουδούνισε το – κοινό – τηλέφωνο του διαδρόμου, το σήκωσε ένας Ιταλός και μου χτύπησε την πόρτα:
«Νίκος, εσένα ζητάνε», φώναξε.
Ήταν ο Πέτρος, ο τερματοφύλακας.
«Έλα ρε συ, το έμαθες;»
«Τι να μάθω;»
«Έλα Πέτρο, μ’ ακούς; Τι έγινε;»
«Ναι, σ’ ακούω».
Από τους λυγμούς του κατάλαβα ότι μου ετοίμαζε κάτι οδυνηρό.
«Ο Στάκως, ρε Νικόλα…»
«Ναι, τι;»
«Πέθανε».
Πριν λίγες ημέρες πέρασα πάλι από ‘κει. Από το χωραφάκι. Δεν υπάρχει πια τίποτε που να το θυμίζει. Οι πολυκατοικίες συνωστίζονται η μία δίπλα στην άλλη. Το γηπεδάκι μας εξαφανίστηκε.
Μόνο τα δοκάρια είδα…
Το ένα, το δεξί δοκάρι στο κάτω τέρμα. Και δίπλα τον Στάκω. Να με κοιτάζει μ’ εκείνα τα μάτια του, τα νοτισμένα από τη θλίψη, σφίγγοντας την μπάλα στην αγκαλιά του…
Ποτέ δεν μπόρεσα να φύγω από τις πικρές τύψεις μου. Ακούω ακόμα – τόσα χρόνια μετά – το άηχο παράπονό του…
«Γιατί να μην παίξω κι εγώ…;»
Και μισώ κι απεχθάνομαι την τότε σκληρότητά μου, όλων μας, που εξάντλησε όλη την ορμή της στην άρνηση του άδολου αιτήματος του Στάκου. Του αθώου Στάκου: «Θα με παίξετε κι εμένα λίγο…;»
Είμαι σχεδόν βέβαιος, ναι, ότι ο Στάκως αρπάχτηκε από τον Κύριο στον Παράδεισο, λόγω της σπάνιας ψυχής του. Όπως έσφιγγε στην αγκαλιά του την αγαπημένη του μπάλα, έτσι τον έχει τώρα και για πάντα ο Θεός στην απέραντη και ολόγλυκη αγκαλιά Του. Με θαλπωρή, λατρεία, ευτυχία.
Τέλος πια οι στενοχώριες, η λύπη, οι στεναγμοί, οι προσβολές από όλους εμάς. Τέλος τα «όχι» από εμάς. Τους παιχταράδες…
Όμως Στάκοι θα υπάρχουν πάντα στη ζωή μας, στις ζωές όλων μας.
Είναι οι άγγελοι που μας στέλνει ο Θεός, οι ευκαιρίες της σωτηρίας μας.
Αδελφές μου και αδελφοί μου, αγκαλιάστε τον κάθε Στάκω.
Αγωνιστείτε γι’ αυτόν. Βοηθήστε τον, προστατεύστε τον, αγαπήστε τον. Βάλτε τον ενεργά στη ζωή σας. Δώστε του τη χαρά «να παίξει κι αυτός. Λίγο. Λίγο…»
Ο ίδιος είναι ευλογημένος από τον Θεό. Σεσωσμένος. Δεν έχει ανάγκη.
Για εμάς στάλθηκε. Εμάς να σώσει…
Και μας περιμένει.
Στο δοκάρι το δεξί, του κάτω τέρματος.




